obv
+[Κ(ύρι)ε βοήθ(ει)] τῷ σῷ δού(λῳ) (ὁ ἃγιος) Γε ώργ(ιος)
rev
Σερ[γ(ίῳ)] τῷ Ῥωμ(αίῳ) (ὁ ἃγιος) Θεόδ[ωρ] ο(ς)
Don d'Henri Seyrig
Aucun.
+Κύριε βοήθει τῷ σῷ δούλῳ. Ὁ ἃγιος Γεώργιος. / Σεργίῳ τῷ Ῥωμαίῳ. Ὁ ἃγιος Θεόδωρος.
Seigneur, aide ton serviteur. Saint Georges. / Serge le Romain. Saint Théodore.